αποφράς

η (AM ἀποφράς) [φράζω]
(για ημέρες) αυτή που δεν θα ήθελε κανείς ούτε να αναφέρει, δυσοίωνη, απαίσια
αρχ.
1. ὁ ἀποφράς
ασεβής, κακός
2. φρ. «ἀποφράδες πύλαι» — πύλες στη Ρώμη από τις οποίες περνούσαν οι μελλοθάνατοι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποφράς — not to be mentioned fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδα — ἀποφράς not to be mentioned fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδας — ἀποφράς not to be mentioned fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδες — ἀποφράς not to be mentioned fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδι — ἀποφράς not to be mentioned fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδος — ἀποφράς not to be mentioned fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράδων — ἀποφράς not to be mentioned fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράσι — ἀποφράς not to be mentioned fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφράσιν — ἀποφράς not to be mentioned fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρίμη — η η δριμύτητα τής ημέρας, ημέρα αποφράς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.